1. Χαλασμένος (επίθετο):
* Καταστροφή ή αποσύνθεση: Αυτή είναι η πιο κοινή έννοια. Αναφέρεται σε τρόφιμα ή άλλα ευπαθή αντικείμενα που έχουν υποστεί βλάβη λόγω ηλικίας, ακατάλληλης αποθήκευσης ή άλλων παραγόντων. Για παράδειγμα:«Το γάλα στο ψυγείο έχει χαλάσει».
* Υπερβολική ή περιποιημένη: Αυτή η έννοια ισχύει για ανθρώπους, συνήθως παιδιά, στους οποίους έχει δοθεί υπερβολική προσοχή, δώρα ή προνόμια, που οδηγεί σε μια αίσθηση δικαιώματος ή έλλειψη πειθαρχίας. Για παράδειγμα:«Είναι ένας κακομαθημένος που περιμένει τα πάντα να του παραδοθούν».
2. Spoil (ρήμα):
* Για καταστροφή ή ζημιά: Αυτό ισχύει για πράγματα όπως το φαγητό, τα σχέδια ή μια έκπληξη. Για παράδειγμα:«Η δυνατή βροχή χάλασε τα σχέδια για πικνίκ μας».
* Για να παρακάνετε ή να περιποιηθείτε: Αυτή η έννοια είναι παρόμοια με το επίθετο "χαλασμένο" και αναφέρεται στο να δώσουμε σε κάποιον υπερβολική προσοχή, δώρα ή προνόμια. Για παράδειγμα:«Μην κακομάθετε το παιδί σας με πολλά γλυκά».
3. Χαλασμένος (παρελθοντικό του spoil):
* Καταστραμμένο ή κατεστραμμένο: Αυτό αναφέρεται σε κάτι που έχει καταστραφεί ή καταστραφεί. Για παράδειγμα:«Το ταξίδι μου χάλασε η κακοκαιρία».
Είναι σημαντικό να λάβετε υπόψη το περιεχόμενο της λέξης "χαλασμένο" για να κατανοήσετε την επιδιωκόμενη σημασία της.